Η Volvo Trucks παραθέτει τις προτάσεις της προκειμένου να καταστεί δυνατή η μείωση των εκπομπών CO2 κατά 30% έως το 2030 στα φορτηγά.

H Volvo Trucks στηρίζει την μείωση των εκπομπών ρύπων

Σύμφωνα με τους υπευθύνους της Volvo Trucks, πολλά και σημαντικά –πρόσθετα- μέτρα απαιτούνται προκειμένου να καταστεί δυνατή η επίτευξη της μείωσης των εκπομπών ρύπων στα φορτηγά, σύμφωνα με τα όσα προβλέπει η ΕΕ.

 
Στις 18/2, τα αρμόδια όργανα της ΕΕ συμφώνησαν στην θέσπιση συγκεκριμένων μέτρων που αφορούν στην σταδιακή μείωση των εκπομπών ρύπων στα βαρέα επαγγελματικά οχήματα έως το 2030. Μια από τις σημαντικότερες εταιρείες φορτηγών σε παγκόσμιο επίπεδο, η Volvo Trucks, συνεχίζει να δαπανά μεγάλα κονδύλια στην εξέλιξη νέων, φιλικών προς το περιβάλλον τεχνολογιών ωστόσο, προκειμένου να καταστεί εφικτή η μείωση των εκπομπών C02 σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, απαιτούνται πρόσθετα μέτρα που θα συμβάλλουν στην υιοθέτηση των εν λόγω καινοτομιών από την αγορά.
Σε σχετικές του δηλώσεις, ο πρόεδρος της Volvo Trucks, κ. Roger Alm, τονίζει σχετικά πως: «… Η μείωση των εκπομπών ρύπων στα βαρέα επαγγελματικά οχήματα είναι ένας ιδιαίτερα σημαντικός στόχος και αποτελεί θεμελιώδη δέσμευση στις πρωτοβουλίες μας για τις βιώσιμες μεταφορές. Προκειμένου ωστόσο να επιταχυνθούν οι διαδικασίες ενσωμάτωσης των νέων προτύπων που θέτει η ΕΕ, θα θέλαμε να τεθούν και σημαντικά οικονομικά κίνητρα στους μεταφορείς / πελάτες μας, προκειμένου να επιλέξουν τα νέα –φιλικότερα προς το περιβάλλον- οχήματα που είμαστε σε θέση να τους προσφέρουμε».
Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφέρουμε πως, όπως και πολλές ακόμη εταιρείες του κλάδου, η Volvo Trucks έχει ήδη παρουσιάσει (από το 2018) βαρέα φορτηγά με ηλεκτροκινητήρες, των οποίων η μαζική παραγωγή θα ξεκινήσει μέσα στο 2019.
Παράλληλα, εναλλακτικές λύσεις που μπορούν να επιφέρουν σημαντικά οφέλη στην προστασία του περιβάλλοντος είναι π.χ. η χρήση του φυσικού αερίου ή του «biogas» ως καύσιμο.
Με βάση μάλιστα τα δεδομένα από τις έρευνες της Volvo Trucks, η χρήση ενός Volvo FH με κινητήρα που χρησιμοποιεί ως καύσιμο το LNG (Liquefied Natural Gas) επιφέρει μείωση των εκπομπών ρύπων (C02) κατά 20% σε σχέση με το πετρέλαιο κίνησης ενώ, η χρήση biogas μειώνει τις εν λόγω εκπομπές κατά 100%.
Σε σχέση με τα δεδομένα των αρχών της δεκαετίας του 1990, τα οχήματα της Volvo Trucks έχουν να επιδείξουν μειωμένες εκπομπές ρύπων και χαμηλότερη κατανάλωση καυσίμου, έως και κατά 20% ενώ, το εν λόγω ποσοστό δύναται να αυξηθεί περαιτέρω με επιπλέον τεχνολογικές αναβαθμίσεις όπως οι πιο αποδοτικοί κινητήρες, η μείωση της αντίστασης κύλισης, η βελτίωση της αεροδυναμικής των οχημάτων. Παράλληλα, κάθε όχημα επιβάλλεται να έχει «χτιστεί» προκειμένου να καλύπτει απόλυτα της απαιτήσεις χρήσης για την οποία προορίζεται.
Εξάλλου, δεν πρέπει να παραβλέπουμε πως ο περιορισμένος της κατανάλωσης καυσίμου ενός φορτηγού οχήματος είναι μια από τις θεμελιώδεις παραμέτρους στις οποίες βασίζεται η εξέλιξη νέων οχημάτων από όλους τους κατασκευαστές βαρέων οχημάτων δεδομένου ότι, το κόστος καυσίμου αποτελεί το ένα τρίτο (1/3) του συνολικού κόστους χρήσης του.
Πέραν όλων των παραπάνω, με βάση τα χρονοδιαγράμματα που θέτει η ΕΕ αναφορικά με την επίτευξη των στόχων μείωσης των εκπομπών ρύπων στα βαρέα επαγγελματικά, προκειμένου να καταστεί δυνατή η εφαρμογή τους, επιβάλλεται να υπάρξει η –σχεδόν άμεση- υιοθέτηση τους από την αγορά.
Σύμφωνα με τις προτάσεις της Volvo Trucks, για να καταστεί αυτό εφικτό, επιβάλλεται να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να συνεργαστούν, όλοι οι «κρίκοι» που συνθέτουν την εφοδιαστική αλυσίδα. Η βελτίωση των διαδικασιών logistics, η καλύτερη πρόσβαση σε εναλλακτικούς τύπους καυσίμων, η εκπαίδευση των οδηγών ως προς την πιο οικονομική οδήγηση, η βελτίωση της αεροδυναμικής των οχημάτων και η χρήση οχημάτων με αυξημένη δυνατότητα μεταφοράς φορτίων, είναι μόνο μερικές από τις συνθήκες που επιβάλλεται να αναβαθμιστούν.
Καταλήγοντας αξίζει να σημειώσουμε πως, με τις εκπομπές ρύπων των φορτηγών οχημάτων που κινούνται στο ευρύτερο οδικό δίκτυο της ΕΕ να αποτελεί το 5% στις συνολικές εκπομπές αερίων του «θερμοκηπίου», οι μέσες εκπομπές ρύπων στα φορτηγά επιβάλλεται να μειωθούν κατά 15% έως το 2025 και κατά 30% έως το 2030, σε σχέση με τα δεδομένα του 2019.